Την περίοδο της μαζικής διέλευσης προσφύγων από τη χώρα μας προς τις χώρες της κεντρικής και βόρειας Ευρώπης, διαδέχθηκε η σταδιακή σφράγιση του βαλκανικού διαδρόμου και η εφαρμογή της πολιτικής που σηματοδοτήθηκε από την Κοινή Δήλωση Ευρωπαϊκής Ένωσης – Τουρκίας. Έτσι από τον περασμένο Μάρτιο οι περίπου 60.000 πρόσφυγες που είχαν εισέλθει και συνέχιζαν να εισέρχονται στη χώρα μας με προορισμό άλλες ευρωπαϊκές χώρες ξαφνικά διαπίστωσαν ότι υποχρεούνταν να μείνουν στη χώρα μας. Ο μεγαλύτερος όγκος των προσφύγων που είχαν εισέλθει προ της 20ης Μαρτίου– περίπου 50.000 άτομα- βρίσκεται στην ενδοχώρα, ενώ οι πάνω από 10.000 που εισήλθαν μετά την 20η Μαρτίου παραμένουν αναγκαστικά στα νησιά.

Σήμερα, επτά μήνες αργότερα, η κατάσταση που έχει διαμορφωθεί προκαλεί έντονο προβληματισμό και σοβαρή ανησυχία.

Παρά τις προσπάθειες που καταβάλλονται από τις αρχές, μεγάλο μέρος των προσφύγων που βρίσκονται στην ενδοχώρα εξακολουθεί να παραμένει σε προσωρινούς καταυλισμούς που δεν πληρούν τις προδιαγραφές αξιοπρεπούς διαβίωσης. Παράλληλα, παρατηρείται σοβαρή καθυστέρηση στην καταγραφή και διεκπεραίωση των αιτήσεων ασύλου που έχουν υποβάλει.

Οι περίπου 10.000 πρόσφυγες που βρίσκονται στα νησιά αντιμετωπίζουν παρόμοια αλλά και σοβαρότερα προβλήματα. Αφενός ο αριθμός τους υπερβαίνει σημαντικά την δυναμικότητα των Κέντρων Υποδοχής και Ταυτοποίησης (των λεγόμενων hot-spot) -πράγμα που συνεπάγεται υποβαθμισμένες συνθήκες διαβίωσης- και αφετέρου παρατηρούνται εξίσου σοβαρές καθυστερήσεις στην εξέταση των αιτημάτων ασύλου. Ωστόσο, στην περίπτωσή τους η κατάσταση επιβαρύνεται ακόμα περισσότερο από την υποχρέωσή τους να παραμένουν αναγκαστικά στα νησιά και κυρίως από το σοβαρό ενδεχόμενο της επανεισδοχής τους στην Τουρκία, μια χώρα στην οποία δεν προστατεύονται τα δικαιώματά τους.

Όπως είναι φυσικό, η κατάσταση αυτή προκαλεί ανυπομονησία, απογοήτευση και εκνευρισμό στους πρόσφυγες, μεγάλο μέρος των οποίων δικαιούται να μεταφερθεί σε άλλη ευρωπαϊκή χώρα βάσει των διαδικασιών οικογενειακής επανένωσης και μετεγκατάστασης. Είναι συχνές πλέον οι διαμαρτυρίες των προσφύγων. Ιδιαίτερα στα νησιά, όπου τα προβλήματα είναι οξύτερα, οι διαμαρτυρίες αυτές είναι εντονότερες και συχνά εξελίσσονται σε καταστροφές και επεισόδια με τις δυνάμεις ασφαλείας.

Αλλά, όπως είναι αυτονόητο, η κατάσταση που έχει διαμορφωθεί επηρεάζει παράλληλα και τις διεργασίες και δυναμικές που αναπτύσσονται στις τοπικές κοινωνίες. Εντονότερη είναι η επίδραση που ασκείται στα νησιά, στα οποία εξαιτίας της εφαρμογής της Κοινής Δήλωσης Ευρωπαϊκής Ένωσης-Τουρκίας έχουν εγκλωβιστεί εδώ και επτά μήνες πάνω από 10.000 πρόσφυγες. Το αδιέξοδο που έχει δημιουργηθεί ευνοεί την δραστηριοποίηση και ανάπτυξη εξτρεμιστικών ομάδων που ήδη έχουν κάνει αισθητή την παρουσία τους με κινητοποιήσεις που σε κάποιες περιπτώσεις εξελίσσονται σε επεισόδια σε βάρος προσφύγων και εργαζομένων σε οργανώσεις που παρέχουν υποστήριξη στους πρόσφυγες. Ανάλογα δείγματα παρατηρούνται και στην ενδοχώρα. Δεν είναι τυχαίο το γεγονός ότι έχουν αρχίσει και πάλι να καταγράφονται κρούσματα ρατσιστικών επιθέσεων. Είναι προφανές ότι ενδεχόμενη παράταση της σημερινής κατάστασης θα τροφοδοτήσει περαιτέρω τα φαινόμενα αυτά, προκαλώντας επικίνδυνες μεταλλάξεις και εκρηκτικές ανακατατάξεις.

Πώς μπορούμε να υπερβούμε το αδιέξοδο που έχει διαμορφωθεί;

Λυδία λίθο για την επίλυση του προβλήματος αποτελεί η αξιοποίηση του υφιστάμενου διεθνούς, κοινοτικού και εθνικού νομικού πλαισίου που ρυθμίζει την εξέταση των αιτημάτων ασύλου. Αν το ακολουθήσουμε απαρέγκλιτα - ανεπηρέαστοι από σκοπιμότητες και καταναγκασμούς της τρέχουσας ευρωπαϊκής πολιτικής- θα κατοχυρώσουμε τα δικαιώματα των προσφύγων και παράλληλα θα διασφαλίσουμε την κοινωνική συνοχή.

Η ταχεία καταγραφή των αιτημάτων ασύλου και η συντομότερη δυνατή διεκπεραίωση των υποθέσεων οικογενειακής επανένωσης και μετεγκατάστασης αποτελεί το πρώτο βήμα. Έτσι ένας μεγάλος αριθμός προσφύγων που αυτή τη στιγμή βρίσκονται στη χώρα μας θα μεταφερθεί σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες. Είναι απορίας άξιο για ποιο λόγο αυτό δεν έχει αποτελέσει εξαρχής προτεραιότητα των αρμόδιων αρχών, παρ’ότι είναι αυτονόητο ότι θα διευκόλυνε την παροχή πληρέστερων συνθηκών υποδοχής στους πρόσφυγες και θα άμβλυνε τις εντάσεις.

Το δεύτερο βήμα συνίσταται στην δίκαιη εξέταση των αιτημάτων ασύλου που θα οδηγήσει στην νομική τακτοποίηση των προσφύγων και ακολούθως στην κοινωνική τους ένταξη. Παρότι το βήμα αυτό φαίνεται απλό και αυτονόητο, μετά την Κοινή Δήλωση Ευρωπαϊκής Ένωσης – Τουρκίας η δίκαιη εξέταση των αιτημάτων ασύλου που έχουν υποβληθεί στα νησιά έχει τεθεί εν αμφιβόλω, καθώς αυτά κατά κανόνα απορρίπτονται ως απαράδεκτα με την αιτιολογία ότι  η Τουρκία από την οποία προήλθαν αποτελεί πρώτη χώρα ασύλου ή ασφαλή τρίτη χώρα και ως εκ τούτου πρέπει να επιστρέψουν σε αυτήν. Στο σημείο αυτό πρέπει να επισημανθεί ότι σύσσωμες οι οργανώσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων σε Ελλάδα και Ευρώπη έχουν τονίσει ότι η Κοινή Δήλωση Ευρωπαϊκής Ένωσης – Τουρκίας και ο χαρακτηρισμός της Τουρκίας ως πρώτης χώρας ασύλου ή ασφαλούς τρίτης χώρας αντιβαίνουν στο διεθνές και κοινοτικό δίκαιο. Μάλιστα, η κατάσταση στην Τουρκία έχει επιδεινωθεί ακόμα περισσότερο μετά τις πρόσφατες εξελίξεις, οπότε μεταξύ άλλων ανέστειλε και την ισχύ της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου. Η -επιβεβλημένη νομοθετικά- δίκαιη επί της ουσίας εξέταση των αιτημάτων ασύλου που έχουν υποβληθεί στα νησιά θα οδηγήσει σε εκτόνωση την ιδιαίτερα επιβαρυμένη κατάσταση που επικρατεί σε αυτά, καθώς τα αιτήματα ασύλου θα γίνουν παραδεκτά και οι πρόσφυγες θα απεγκλωβιστούν.

Ας ελπίσουμε ότι οι αρμόδιες αρχές θα αντιληφθούν ότι πρέπει να κινηθούν αμέσως και συντονισμένα προς αυτή την κατεύθυνση, ώστε να μην χαθεί και άλλος πολύτιμος χρόνος!

Το σπίτι τους καταστράφηκε στον πόλεμο και δεν μπορούσαν να ζήσουν άλλο στη Συρία.

Δεν μπορούσαν να ζήσουν ούτε στην Τουρκία, γιατί δεν υπήρχε η δυνατότητα να πάνε σχολείο τα παιδιά τους και διότι, ακόμα και αν έβρισκαν δουλειά, τα λεφτά θα ήταν τόσο λίγα που δεν θα έφταναν να συντηρηθούν.

Οπως ανακάλυψαν, φτάνοντας στον Πειραιά από τη Μυτιλήνη πριν από ένα μήνα, δεν μπορούσαν να πάνε ούτε στη βόρεια και κεντρική Ευρώπη, γιατί τα σύνορα είχαν κλείσει.

Σε αντίθεση με άλλους πρόσφυγες, το δέχτηκαν ήρεμα και άρχισαν να αναζητούν πρακτικές λύσεις.

Το συζήτησαν με τις συζύγους τους και αποφάσισαν πως το καλύτερο για τα τέσσερα παιδιά τους, ηλικίας έξι μέχρι δέκα ετών, και για άλλο ένα που πρόκειται να γεννηθεί, είναι να εκμεταλλευτούν τη δυνατότητα που υποτίθεται ότι τους προσφέρει το ελληνικό κράτος και να ζητήσουν άσυλο στην Ελλάδα. 

«Οταν ξεκινήσαμε το ταξίδι προς την Ευρώπη, δεν είχαμε βάλει συγκεκριμένο προορισμό. Μας ενδιέφερε να ζήσουμε κάπου με ασφάλεια. Ασφάλεια δεν είναι μόνο να μην υπάρχει πόλεμος. Είναι να μπορείς να ζήσεις ανθρώπινα. Να μπορούν να πάνε σχολείο τα παιδιά σου, να μπορείς να βρεις δουλειά και φαγητό, να ξαναξεκινήσεις τη ζωή σου. Το μεγαλύτερο παιδί μας έχει φτάσει δέκα χρονών και δεν έχει πάει σχολείο, γιατί με τον πόλεμο δεν λειτουργούσαν τα σχολεία. Θέλουμε να μην είμαστε στον αέρα, να πάρουμε χαρτιά, να ξαναξεκινήσουμε τη ζωή μας. Το μόνο λογικό ήταν να ζητήσουμε άσυλο», λένε στην «Εφ.Συν.» ο Νεσίμπ και ο Αμπντουραχμάν, ξαδέλφια εξ αγχιστείας, που έφυγαν με τις οικογένειές τους από τη Συρία πριν από ενάμιση μήνα.

Τον τελευταίο μήνα τον έχουν περάσει σε μια μικρή σκηνή που μετά βίας τούς χωρά, στην προβλήτα Ε1 στον Πειραιά.

«Οταν κατεβήκαμε από το πλοίο, είδαμε κόσμο μαζεμένο εδώ και μείναμε, δεν είχαμε πουθενά αλλού να πάμε», μας λένε με απόγνωση. 

Παρουσιάστηκαν ένα πρωί πριν από δύο εβδομάδες στην Υπηρεσία Ασύλου μαζί με δικηγόρο της οργάνωσης «Αίτημα».

Η επίσκεψη αποδείχτηκε μάταιη. Η υπηρεσία, σύμφωνα με την πρακτική που εφαρμόζει από την περασμένη άνοιξη, αρνήθηκε να παραλάβει το αίτημα και τους ενημέρωσε πως η μόνη δυνατότητα είναι να το υποβάλουν ηλεκτρονικά, μέσω Skype, μια υπηρεσία που διατίθεται δύο μέρες την εβδομάδα, για μία ώρα την κάθε μέρα.

Την επόμενη εβδομάδα δοκίμασαν πράγματι να καλέσουν με skype από τα κινητά τους και ανακάλυψαν αυτό που γνωρίζουν τόσοι και τόσοι πρόσφυγες στην Ελλάδα: κανείς δεν απαντά στην κλήση και η όλη διαδικασία δοκιμάζει τα όρια της υπομονής. 

Αν και η Υπηρεσία Ασύλου ισχυρίζεται ότι το νέο σύστημα εφαρμόστηκε για να αποφευχθεί η ταλαιπωρία των προσφύγων που σχημάτιζαν ολονύκτιες ουρές έξω από την υπηρεσία, θυμίζοντας την πολύ προβληματική κατάσταση στο Τμήμα Αλλοδαπών στην Πέτρου Ράλλη, στην πραγματικότητα μάλλον αυξήθηκαν η ταλαιπωρία και η αβεβαιότητα των προσφύγων. 

Την κατάσταση επικρίνει στην τελευταία του έκθεση και ο Συνήγορος του Πολίτη, που επισημαίνει πως «το καινοφανές περιοριστικό σύστημα παραλαβής αιτημάτων φαίνεται να έρχεται σε αντίθεση με την αρχή της καθολικής, συνεχούς και απρόσκοπτης πρόσβασης στη διαδικασία ασύλου και εγκυμονεί κινδύνους για θεμελιώδη δικαιώματα». 

Αγνωστο παραμένει τι θα γίνει μετά τη συμφωνία Ε.Ε. - Τουρκίας, που προβλέπει να εξετάζονται άμεσα τα αιτήματα ασύλου, επιτόπου στα hotspots.

Σύμφωνα με πηγές της Υπατης Αρμοστείας του ΟΗΕ, μετά το κλείσιμο των βόρειων συνόρων, ο αριθμός όσων εκφράζουν την επιθυμία να υποβάλουν αίτημα ασύλου ανέρχεται πια σε εκατοντάδες καθημερινά, ενώ δεν ξεπερνούσε τις μερικές δεκάδες πριν από λίγες εβδομάδες.

Τη στιγμή που οι πρόσφυγες έχουν ανάγκη όσο ποτέ μια αξιόπιστη διαδικασία ασύλου, η πραγματικότητα είναι και σ’ αυτόν τον τομέα απογοητευτική. 

«Το μόνο που μας μένει είναι να πέσουμε στη θάλασσα. Οι δρόμοι όλοι είναι κλειστοί. Μας λένε για κέντρα φιλοξενίας, αλλά πολλοί πήγαν στο Σχιστό και ξαναγύρισαν στον Πειραιά. Θα ξαναγύριζαν αν ήταν καλύτερες οι συνθήκες; Οι ημέρες περνούν έτσι. Τα παιδιά παίζουν με τα άλλα παιδιά, τα λεφτά μας τελειώνουν, η μόνη μας απασχόληση είναι να περιμένουμε στην ουρά στο συσσίτιο. Δεν μας ενδιαφέρει η Ευρώπη, δεν θέλουμε να πάμε κάπου που δεν μας θέλουν. Αλλά πώς μπορούμε να ζούμε έτσι στην Ελλάδα;» αναρωτιούνται ο Νεσίμπ και ο Αμπντουραχμάν.

Πηγή

 

30/05/14
Πρόσφυγες «ορισμένου χρόνου»
http://archive.efsyn.gr/?p=202770